ΜΕΣΑ
Σκηνή πρώτη, σκηνή τελευταία.. Στο γκρίζο σκηνικό του αθηναϊκού σπιτιού, του οποιουδήποτε αθηναϊκού σπιτιού, ένα άτομο, αρσενικό ή θηλυκό, ουδέτερο, μπαίνει μετά τη δουλειά του. Βγάζει τα ρούχα, τρώει, πλένεται, κατουράει. Ανακούφιση από τις πιέσεις της ημέρας. Και μετά κενό. Κοιτάζει την πόλη από το μπαλκόνι. Μια γουλιά νερό και κουλουριάζεται στο κρεβάτι σαν μωρό. Γυμνός και μόνος με τον εαυτό του. Το ΕΓΩ τεράστιο και ανυπέρβλητο, δεν αφήνει τίποτα άλλο να χωρέσει στον χώρο του, καταλαμβάνει τα πάντα. Το άτομο βυθίζεται και χάνεται μέσα στον εαυτό του.
Μέσα στο έργο του Παπαϊωάννου είμαστε όλοι μονάδες. Ακόμα και το πλήθος δεν έχει καμιά οργανική ενότητα, είναι ένα σύνολο ανεξάρτητων μονάδων, στεγανοποιημένων σαν να βρίσκονται μέσα σε προστατευτικό κουκούλι που απαγορεύει κάθε αλληλεπίδραση, ή ίσως αδιαφορεί για αυτήν. Ο χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή, σαν καρδιογράφημα ετοιμοθάνατου. Σκέφτομαι τον ορισμό του χρόνου, ως «ακαθόριστη κίνηση των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως σύνολο». Στο «Μέσα» κάθε γεγονός είναι προκαθορισμένο. Ο χρόνος δεν υφίσταται, έχει εξαρχής αναιρεθεί. Διατηρείται από την ουσία του μόνο το μη αναστρέψιμο. Χάνεται πάντως ανεπιστρεπτί η κυκλικότητά του.
Βλέποντας το αστικό τοπίο μέσα από το «Μέσα», συνειδητοποιούμε πως στη ζωή αυτή που μας περιγράφεται ακόμα και οι γιορτές ή η αλλαγή των εποχών έχουν ομογενοποιηθεί στο χωνευτήρι της καθημερινότητας. Τα άτομα που μπαινοβγαίνουν σε αυτό δεν είναι ούτε χαρούμενα, ούτε θλιμμένα, απλά κινούνται στο χώρο με αυτιστικές προδιαγεγραμμένες κινήσεις. Το κυριότερο είναι πως δεν υπάρχει καμιά προσπάθεια αντίδρασης, παρά πλήρης αποδοχή αυτής της κατάστασης. Αποδοχή που μοιραία παρασύρει και τον θεατή σε ένα παιχνίδι αποχαύνωσης, αφού σύντομα αποδέχεται πως δεν θα υπάρξει κάποια κορύφωση.
Δεν μπορώ να απαντήσω αν το «Μέσα» μου άρεσε. Ακόμα και τώρα, δύο μέρες μετά από την εμπειρία αυτή τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Όσο περνά ο χρόνος, κάνω περισσότερες σκέψεις πάνω σε ό,τι είδα. Δε επιζητώ από μια παράσταση να μου δείξει τι –άλλο- κακό μπορεί να μας βρει. Μέσα μου υπάρχει μια ανάγκη ελπίδας ή έστω λύτρωσης. Την φθορά την βλέπουμε κάθε μέρα πια! Είναι δίπλα μας παντού. Χρειάζομαι να δω το ένα χέρι που μας τραβάει έξω από αυτή την κατάσταση, όχι το χέρι που μας την δείχνει.
Κατασκεύασμα της μοντέρνας ψυχανάλυσης ή συνθήκη που μας επιβάλλει η ζωή στην πόλη, η μοναδοποίηση πάντως δεν είναι κάτι το φυσικό. Το «μέσα» μου αντιδρά πολύ σε αυτό και αυτό ίσως είναι κάνει το όλο project τόσο αιχμηρό τελικά. Αυτή η χορευτική νωχελικότητα των ερμηνευτών, η κίνησή τους που θυμίζει συγχρονισμένα φαντάσματα του εαυτού τους, η ίδια που κατάφερε να αποκοιμίσει αρκετούς από τους διπλανούς μου θεατές στο test event του Σαββάτου, αυτή μου προκάλεσε μια έντονη άρνηση.Και αν αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ένας από τους πανομοιότυπους τριάντα γυρίζει από μια ακόμα άσχημη ημέρα στο γραφείο ή από ένα αποτυχημένο ραντεβού, μια από τις φορές ας σπάσει κανένα από τα ποτήρια που μετρούν το χρόνο του και ας βγει για ποτό με ένα φίλο.
Η παράσταση «Μέσα» του Δημήτρη Παπαϊωάννου έχει εξαιρετικό σκηνικό, που αποκτά ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον όταν αλλάζει το σημείο από το οποίο το κοιτάζεις κάθε φορά. Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα δένει απόλυτα για μια ακόμα φορά με το θέμα του σκηνοθέτη. Οι ερμηνευτές κινούνται με τέλεια ενορχηστρωμένες και συντονισμένες κινήσεις στον χώρο και έχουν σωματοποιήσει όλο το βάρος της συναισθηματικής τους κατάστασης. Προσωπικά ως θεατής έφυγα ακριβώς σαν αυτό που πρωτοαντίκρυσα από το μπαλκόνι του σπιτιού-σκηνικού: ακάλυπτος.






Πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγισή σου. Χαίρομαι που διαπιστώνουμε πια ότι χρειαζόμαστε αυτό το χέρι που θα μας βγάλει από το ακάλυπτο "μέσα" του τεράστιου (και κενού)εγώ.
ΑπάντησηΔιαγραφήhello
ΑπάντησηΔιαγραφήεμένα πάλι δεν μου άρεσε το μέσα. αλλά δεν θα κάτσω να μπλογκάρω! Θα στα πω από κοντά! :)